01/25/09

Η οικόσιτη κατσίκα (επιστημονική ονομασία: Αιξ η κατοικίδιος, Capra aegagrus hircus) είναι υποείδος της εξημερωμένης κατσίκας και κατάγεται από την άγρια (μη εξημερωμένη) κατσίκα της Νοτιοδυτικής Ασίας και της Ανατολικής Ευρώπης. Πρόκειται για ζώο μηρυκαστικό, της οικογένειας των βοοειδών και της τάξης των αρτιοδάχτυλων. Μαζί με το πρόβατο θεωρείται από τα πρώτα ζώα που εξημερώθηκαν από τους ανθρώπους. Εκτρέφονται για το γάλα, το κρέας και για το τρίχωμά τους.Τον τελευταίο αιώνα έγιναν δημοφιλή ζώα και ως κατοικίδια Εχθροί της είναι τα σαρκοφάγα ζώα και τα αρπακτικά πουλιά. Η ευκολία στην απόκτηση και στη συντήρησή της, έκανε πολλούς να τη χαρακτηρίσουν «αγελάδα του φτωχού».


O γάιδαρος ή γάδαρος ή γαϊδούρι, και το θηλυκό, γαϊδάρα, ή γαδάρα ή γαϊδούρα και στη καθαρεύουσα όνος, είναι κατοικίδιο εξημερωμένο θηλαστικό ζώο που ανήκει στην τάξη περιττοδάκτυλα. Η επιστημονική του ονομασία είναι Equus asinus, είναι δηλαδή ένα είδος του γένους «άλογο» (Equus). Πρόκειται για ζώο που φημίζεται για την παροιμιώδη υπομονή του. Αποτελεί επίσης σύμβολο ταπεινότητας, κάτι που υποδηλώνεται και στην Καινή Διαθήκη, με την είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα «επί πώλου όνου». Βέβαια ο κάτοχος όνου την εποχή εκείνη στη περιοχή δεν ήταν και ευκαταφρόνητος.
Από τη διασταύρωση αλόγου (συγκεκριμένα φοράδας) και γάϊδαρου προέρχεται το μουλάρι, ενώ από τη διασταύρωση αλόγου και θηλυκού γαϊδάρου προέρχεται ο γίννος.

Το γαϊδούρι (Όνος)
Ο όνος, ή κοινός γαϊδούρι, κατάγεται από την Αφρική. Οι αιγύπτιοι φαίνεται ότι το χρησιμοποιούσαν ως κατοικίδιο ζώο τουλάχιστον 3.000 χρόνια π.Χ. Από εκεί μεταδόθηκε η χρήση του στους κατοίκους της Μεσοποταμίας, τους Σουμέριους, από αυτούς στην Ιωνία της Μικρά Ασίας και τη Μινωική Κρήτη και από αυτήν στην Ελλάδα. Στην ομηρική εποχή ήταν ακόμα σπάνιος και χρησιμοποιήθηκε κυρίως για ημιονοπαραγωγή (μουλάρια). Από τους Έλληνες αργότερα τον παρέλαβαν οι Ρωμαίοι.
Όνος Φυλής Παραμεσόγειων χωρών
Στο Στεφάνι συναντάμε κυρίως την μικρόσωμη φυλή όνων των παραμεσόγειων χώρων. Ο όνος αυτός έχει ανάστημα γύρω στο 1 μ. Επικρατεί ο ορφνός χρωματισμός με αργυρόφαιο το περιρρίννιο, την κοιλιά και τη μασχάλη. Φέρουν έγχελυς, σταυροειδή ζώνη και πτυχές στα άκρα. Η φυλή αυτή είχε εξαπλωθεί στην Ελλάδα και αποτελούσε το βασικό κορμό της ελληνικής ονοτροφίας.
Παλιά υπήρχαν και οι όνοι της Κυπριακής Φυλής, μεγαλόσωμα ζώα με ανάστημα έως το 1,40 μ. και κύριο χρωματισμό ο μελανός με αργυροφαιο περιρρίνιο και κοιλιά. Ήταν ισχυρά ζώα με γερά άκρα και χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για την ημιονοπαραγωγή.
Όνος φυλής Κύπρου του Δημήτρη Α. Μπαλάφα "Πουλή"
Το γαϊδουράκι σε σύγκριση με το άλογο έχει πολύ μεγάλη αντοχή στην κοπιώδη εργασία, στον καύσωνα, στις ασθένειες, στην πείνα και την δίψα. Είναι εξαιρετικά λιτοδίαιτος, πολύ υπομονετικός και μακροβιότερος του αλόγου. Παρά την ολιγαρκεία του ο όνος όσον αφορά τη διατροφή του, είναι απαιτητικός στο νερό, το οποίο πρέπει να είναι καθαρό, για να το πιει. Αρνείται συνήθως να πιει νερό και ακόμη μερικές φορές, όταν έχουν πιει από το ίδιο δοχείο άλλα ζώα ή ακόμη και όνοι.
Η φωνή του όνου (ογκανισμός) είναι τελείως διαφορετική από την φωνή του αλόγου.


Η τίγρης είναι από τα πιο επιβλητικά ζώα του πλανήτη. Είναι επίσης από τα πιο απειλούμενα.

Το 90% του παγκόσμιου πληθυσμού των τίγρεων χάθηκε στη διάρκεια του 20ου αιώνα. Ειδικότερα η τίγρης της Σουμάτρας δεν ξεπερνά σήμερα τα 400 με 500 άτομα, ενώ κάθε χρόνο θανατώνονται τουλάχιστον πενήντα τίγρεις για το εμπόριο της γούνας τους. Σύμφωνα με έκθεση του WWF στο διάστημα 1998-2002 πέθαναν σε παγίδες 253 τίγρεις, ενώ ο βιότοπός τους μειώθηκε από 130.000 σε 42.000km².

Με βάση ένα πολυετές σχέδιο δράσης (2002-2010), η οργάνωση δίνει ένα σκληρό αγώνα για να εξασφαλιστεί η επιβίωση του είδους, αλλά και να διατηρηθούν οι τοπικοί πληθυσμοί, που εξαρτώνται από τους βιότοπους της τίγρης. Σε συνεργασία με άλλες περιβαλλοντικές οργανώσεις, και ύστερα από άσκηση πίεσης στην κυβέρνηση της Σουμάτρας, το WWF πέτυχε να ανακηρυχθεί η περιοχή Tesso Nilo - ένας από τους σημαντικότερους βιότοπους της τίγρης - σε εθνικό πάρκο.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
«Ο πληθυσμός της τίγρης είναι πια τόσο μικρός, που οι ελπίδες για βιωσιμότητα του είδους είναι ελάχιστες», κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου οι επιστήμονες του WWF. «Εάν οι αρχές δεν λάβουν μέτρα εγκαίρως για να σταματήσει η ραγδαία αποψίλλωση των δασών και η ανεξέλεγκτη λαθροθηρία, είναι βέβαιο ότι η τίγρης της Σουμάτρας, πολύ γρήγορα θα έχει την ίδια τύχη με τις συγγενείς της στη γειτονική Ιάβα και το Μπαλί, που εξαφανίστηκαν με τη δύση του εικοστού αιώνα».
Η Τίγρη (αρσενικό: ο τίγρης) είναι Σαρκοφάγο θηλαστικό, της οικογένειας των αιλουριδών. Το επιστημονικό όνομά της είναι Panthera tigris και είναι ένα από τα πιο μεγάλα σαρκοφάγα. Είναι διαδεδομένο σε πολλές περιοχές, από τη Σουμάτρα και την Ιάβα μέχρι την Περσία, σε ζώνες που παρουσιάζουν πυκνή βλάστηση και σε υψόμετρο μέχρι 2000 μέτρα. Το τρίχωμά της έχει άσπρο χρώμα στην κοιλιά, ανοιχτό κιτρινοκόκκινο στο υπόλοιπο σώμα και είναι διακοσμημένο με χαρακτηριστικές μαύρες λωρίδες. Στα υγρά και θερμά κλίματα το τρίχωμά της είναι πιο αραιό και απαλό από ότι είναι σε ψυχρότερα κλίματα. Σε περιοχές που τα χιόνια διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα, το τρίχωμά της παίρνει γκριζόλευκο χρώμα. Στα δάση της Μαλαισίας υπάρχουν μαύρες τίγρεις. Τα αρσενικά είναι πιο μεγαλόσωμα από τα θηλυκά και το μήκος του σώματός τους φτάνει τα δυόμισι μέτρα. Η ουρά, που έχει κι αυτή μαύρες λωρίδες, έχει μήκος 1,30 μ. Το ύψος του ακρωμίου κυμαίνεται από ενενήντα εκατοστά μέχρι ένα μέτρο και το μέγιστο βάρος από 280 μέχρι 300 κιλά. Θεωρείται είδος υπό εξαφάνιση, ενώ οι κύριες του απειλές είναι η υποβάθμιση του φυσικού του περιβάλλοντος και η λαθροθηρία.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
Επιστημονικό όνομα: Panthera tigris sumatrae
Κοινό όνομα: Τίγρης της Σουμάτρας
Βάρος: 100 – 140 κιλά (θηλυκά 75-110 κιλά)
Ύψος: 0,60 μ.
Μάκρος: 2,50 μ.
Χρώμα: Πορτοκαλί με μαύρες ραβδώσεις
Βιότοπος, εξάπλωση: Ινδονησία (Σουμάτρα)
Πληθυσμός: Περίπου 400-500 άτομα
Κύριες απειλές: Συρρίκνωση του βιότοπου, παράνομο κυνήγι









Το λιοντάρι (Panthera leo) είναι σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των αιλουριδών. Το αρσενικό λιοντάρι εύκολα αναγνωρίζεται από την χαίτη του και μπορεί να ζυγίζει μέχρι και 250 κιλά (550 λίβρες). Τα θηλυκά είναι πολύ μικρότερα, ζυγίζουν μέχρι και 136 κιλά (300 λίβρες). Στις άγριες περιοχές τα λιοντάρια ζουν για περίπου 10-14 χρόνια, ενώ στην αιχμαλωσία μπορούν να ζήσουν περισσότερα από 20. Τα λιοντάρια είναι αρπακτικά σαρκοφάγα που ζουν σε οικογενειακές ομάδες. Η οικογένεια αποτελείται από διάφορα ενήλικα θηλυκά, νεογνά και των δύο φύλων, και ένα ή περισσότερα ανεξάρτητα αρσενικά που ζευγαρώνουν με τα ενήλικα θηλυκά. Παλιά υπήρχε η αντίληψη ότι τα θηλυκά έκαναν το μεγαλύτερο μέρος του κυνηγιού στην ομάδα, ωστόσο σήμερα είναι γνωστό ότι τα αρσενικά συμβάλλουν πολύ περισσότερο στο κυνήγι. Τόσο τα αρσενικά όσο και τα θηλυκά αμύνονται ενάντια σε εξωτερικούς εισβολείς. Τα αρσενικά αποβάλλονται από την υπερηφάνεια ή φεύγουν από μόνα τους όταν φθάσουν στην ωριμότητα. Όταν ή εάν ένας αρσενικός συνασπισμός παίρνει μια ομάδα και αντικαθιστά τον προηγούμενο συνασπισμό, οι κατακτητές συχνά σκοτώνουν οποιαδήποτε νεογνά στα οποία δεν ήταν πατέρες.

ΞžΒ¦ΞŸΒŒΞŸΒΞžΞŒΞžΒ± ΞžΒµΞŸβ‚¬ΞžΞ‰ΞžΞŠΞžΞΞžΞ‰ΞžΒ½ΞŸβ€°ΞžΒ½Ξžβ€•ΞžΒ±ΞŸβ€š

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.
Javascript DisablePlease Enable Javascript To See All Widget